Μουσείο
Θεόφιλου
Το
1912 άρχισε η ζωγραφική διακόσμηση
του σπιτιού και συγκεκριμένα της
σάλας του 2ου ορόφου. Ο ζωγράφος του
διακόσμησε ένα δωμάτιο από τον
νερόμυλό του στη ρεματιά του Αγίου
Ονουφρίου, που μέσα σε ένα γαλάζιο
πλαίσιο ζωγράφισε διάφορους ήρωες
της Ελληνικής Επανάστασης κ.ά.
Το ζωγραφικό πρόγραμμα της οικίας Κοντού χωρίζεται σε δύο ζώνες: την κάτω ζώνη που φθάνει μέχρι τα μισά περίπου των παραθύρων και την πάνω που φθάνει μέχρι λίγο κάτω από το ταβάνι. Στην κάτω ζώνη ο Θεόφιλος ζωγράφισε διάφορα διακοσμητικά θέματα, όπως μια μεγάλη ποικιλία από γλάστρες με λουλούδια και πουλιά, τη λίμνη με το σιντριβάνι, ψάρια και πάπιες. Ακόμα αγρίμια και σκηνές κυνηγιού όλα αυτά σοφά τοποθετημένα, ενώ στα αριστερά της σκάλας πλάι στη πόρτα του δωματίου ζωγράφισε τον Γιάννη Κοντό καβάλα στο άλογό του. Ακολουθεί η πάνω ζώνη στην οποία βρίσκονται δεκατέσσερα μεγάλα θέματα παρμένα από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 για τα οποία χρησιμοποίησε ως πρότυπα, κατά κύριο λόγο, τους πίνακες του Peter von Ess. Με σιγουριά, ο Θεόφιλος ζωγράφισε τον Ρήγα Φεραίο, το σώμα του κρεμασθέντος Πατριάρχη Γρηγορίου, καθώς και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη αρχιστράτηγο.
Στις τέσσερις παραστάδες της στενής κεραίας της σάλας, ο Θεόφιλος ζωγράφισε τέσσερις θεούς του Ολύμπου. Τον Άρη, την Αφροδίτη, τον Ερμή και την Αθηνά. Στον τυφλό τοίχο ζωγράφισε μια μεγάλη τοπιογραφία με θέμα την Ανακασιά και στο βάθος τη Μακρινίτσα με τον Κάραβο της Πορταριάς στο πλάι της. Στα τμήματα πάνω από τα παράθυρα και τις πόρτες, γέμισε τα κενά με θέματα ανάλογα της κάτω ζώνης, όπως γλάστρες με λουλούδια και πουλιά, βασιλικούς θυρεούς, διάφορα ερπετά κ.ά. Το ζωγραφικό της οικίας Κοντού και κατ' επέκταση ολόκληρο το έργο του ζωγράφου της περιόδου του Βόλου, είναι έντονα επηρεασμένο από την Βυζαντινή τέχνη, αφού τα πρώτα διδάγματά του, ο ζωγράφος τα πήρε από τον παππού του, που ονομάζονταν Κωνσταντής Ζωγράφος.
Χρησιμοποιεί χρώματα σε τολμηρούς συνδυασμούς, σκοτεινούς και ανοιχτούς, ανάλογα με τη σημασία των παραστάσεων. Ένα έργο τελείως διαφορετικό από αυτό της περιόδου της Μυτιλήνης στο οποίο χρησιμοποιούνται περισσότεροι ενδιάμεσοι τόνοι και το οποίο πολλοί μελετητές του το θεωρούν και πιο ώριμο. Πλούσιο το έργο που θα αφήσει ο Θεόφιλος στην περιοχή, όπου στην πόλη του Βόλου θα ζωγραφίσει σε διάφορα καφενεία, ταβέρνες και χάνια, στα οποία έβρισκε τα απαραίτητα για την επιβίωσή του. Στα γύρω από το Βόλο χωριά, όπως στις Μηλιές που ζωγράφισε στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, στον Άγιο Βλάση στο σπίτι του Γκέκα, στο μύλο του Κοντογιάννη, το ελαιοτριβείο του Βαραλή, στην Άλλη Μεριά στο φούρνο του Βελέτζα, στο σπίτι του Γκουντέλια κ.ά.
Στη πόλη του Βόλου άρχισε το έργο του στα 1925 με την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικράς Ασίας στη περιοχή. Οι πρόσφυγες έκτισαν τις παράγκες τους σε διάφορους ελεύθερους χώρους της πόλης, όπως την πλατεία Ρήγα Φεραίου, την πλατεία Ελευθερίας και προς το τέρμα της οδού Ιωλκού, στις οποίες ο Θεόφιλος ζωγράφισε πολύχρωμες επιγραφές με λουλούδια και πουλιά, διάφορες παραστάσεις στις προσόψεις των μαγαζιών κ.ά., τα οποία λίγα χρόνια αργότερα, το 1930 καταστράφηκαν από πυρκαγιά. Σήμερα, από τη μεγάλη ζωγραφική παραγωγή του Θεόφιλου στη περιοχή της Μαγνησίας, ένα πολύ μικρό μέρος σώζεται στη θέση του, αφού τα περισσότερα έργα του έχουν καταστραφεί από τους σεισμούς του 1955, άλλα καταστράφηκαν από άγνοια των ιδιοκτητών τους και άλλα απομακρύνθηκαν από την περιοχή. Καλύτερη τύχη είχαν οι τοιχογραφίες των παλιών σπιτιών στο Πήλιο. Αυτές που σήμερα που βρίσκονται στο Μουσείο "Κίτσου Μακρή". Ένα πολύ κοπιώδες και δύσκολο επίτευγμα. Τα διέσωσε προσωπικά ο ίδιος μαζί με κάποιους εργάτες του όταν είδε τα σπίτια αυτά να κατεδαφίζονται για να χτίσουν άλλα νεώτερα. Τα διέσωσε με πολλή αγωνία και κόπο μαζί με τον σοβά που έχουν οι τοίχοι τους και παραδόθηκαν στον εξαίρετο συντηρητή και γλύπτη Δημήτριο Ζαχαρίου, που μόλις το 2005 έφυγε από τη ζωή. Και το κυριότερο, δεν έγινε καμία ζωγραφική ή χρωματική παρέμβαση σ' αυτά.
Η δημιουργική πορεία του Θεόφιλου στη Μαγνησία θα ολοκληρωθεί στα 1927, που θα επιστρέψει οριστικά στην πατρίδα του τη Μυτιλήνη. Η δεύτερη περίοδος είναι το διάστημα που εργάστηκε στη γενέτειρά του από το 1927 ως τη γνωριμία του με τον Teriad (Τάκη Ελευθεριάδη) το 1929. Στην τρίτη του περίοδο, 1929-1934, έχοντας εξασφαλίσει μόνιμο εργοδότη, ασχολείται απερίσπαστα με τη ζωγραφική του. Μέσα στη συλλογή του Teriad βρίσκονται: "Ο κόλπος της Γέρας", "Ο Λήμνιος Κεχαγιάς", "Τα Μετέωρα", "Η κυρία με τον κύνα της" και "Το μάζεμα των ελαιών εν Μυτιλήνη". Πέντε κορυφαία κομμάτια που μαρτυρούν πόσο αμάραντο κατόρθωσε να μείνει το ταλέντο του Θεόφιλου ως τα ύστερά του χρόνια. Όταν ο Teriad επέστρεψε στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη, βρήκε να τον περιμένει ένας μικρός θησαυρός από τα έργα που ο Θεόφιλος φιλοτέχνησε. Μόνο που ο ζωγράφος απουσίαζε. Είχε πεθάνει λίγες ημέρες νωρίτερα μέσα στο φτωχικό του καμαράκι. Ήταν 24 Μαρτίου 1934. Η κυρία Νίνα Λαδογιάννη κλείνει το αφιέρωμά της με δύο λόγια του Σεφέρη γι' αυτόν: "Ύστερα από τον Θεόφιλο, αυτόν τον αποκαλυπτικό λαϊκό, δεν βλέπουμε πια με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είναι το πράγμα που δεν μας έφεραν τόσοι περιώνυμοι μαντατοφόροι μεγάλων Ακαδημιών. Ο Θεόφιλος μας έδωσε καινούριο μάτι. Έπλυνε την όρασή μας. Ο Θεόφιλος είναι ένας καλλιτέχνης μεγάλος και ασυγχώρητα άγνωστος σε μας."




βρίσκεται
τώρα στο
μουσείο
"Κίτσου
Μακρή".
Μερικά από
τα
σημαντικότερα
είναι: "Οι
τρεις
καπεταναίοι
συμφιλιωθέντες",
"Ο
χαιρετισμός
του Μάη", "Ο
Ερωτόκριτος
και η
Αρετούσα",
"Η Μάχη του
Φαλήρου", "Ο
Κωνσταντίνος
Παλαιολόγος",
"Οι
νεόνυμφοι",
"Κομμάτια
από τη
Γοργόνα"
κ.ά. Μέσα
στο
προσωπικό
γραφείο του
Κίτσου Μακρή
βλέπουμε μια
πάντα,
ακριβώς πάνω
από το
γραφείο του
με παράσταση
του Αλή Πασά
και της
λίμνης των
Ιωαννίνων. Ο
Κίτσος
Μακρής στα
1939,
εξέδωσε ένα
βιβλίο, για
τον Θεόφιλο
που αργότερα
στάθηκε
πολύτιμο
βοήθημα και
γνωριμία για
πολλούς
άλλους
μελετητές
της λαϊκής
ζωγραφικής.
εκτεταμένες
καταστροφές
και κυρίως
στις
τοιχογραφίες.
Το 1962 το
Υπουργείο
Πολιτισμού
το
χαρακτήρισε
"ως
ιστορικό
διατηρητέο
μνημείο"
και το 1965
το αγόρασε
προκειμένου
να το
χρησιμοποιήσει
για
αρχαιολογικούς
σκοπούς.
Ακολούθησαν
το 1966 οι
εργασίες
αναστήλωσης
και
παράλληλα
έγινε και η
συντήρηση
των
τοιχογραφιών
από
εξειδικευμένα
συνεργεία
του
Υπουργείου
Πολιτισμού.
Με τους
σεισμούς του
1980, το
αρχοντικό
έπαθε εκ
νέου και
άλλες ζημιές
πολύ
μικρότερης
έκτασης
όμως, που
έδωσαν την
αφορμή για
νέο
πρόγραμμα
οικοδομικών
εργασιών
αποκατάστασης
των ζημιών
και
εκτελέστηκαν
από την 5η
Εφορεία
Νεωτέρων
Μνημείων του
ΥΠΠΟ, οπότε
το αρχοντικό
απέκτησε τη
σημερινή του
όψη.